Με το κριτήριο λοιπόν της γονιμότητας ερμηνεύεται εύκολα όλος εκείνος ο διάχυτος ερωτισμός της Ελληνικής Μυθολογίας - πάμπλουτης αυτής ποιητικής έκφρασης της Αρχαίας Ελληνικής Θρησκείας η οποία αποτυπώνεται σε κάθε μορφή της αρχαίας Ελληνικής Τέχνης - εφόσον ο θεοποιημένος Έρως είναι αυτός που διασφαλίζει την πολυπόθητη και πολύμορφη γονιμότητα διαμέσου της χαράς και της ηδονής της ερωτικής συνεύρεσης.
Εν τέλει η βιωματική εμπειρία του Έλληνα ανθρώπου ότι όλα γύρω του δια του Έρωτος γεννιώνται και αναγεννιώνται, του υπαγόρευε την πεποίθηση πως όχι μόνον τα όντα του άμεσου περιβάλλοντός του αλλά και ο κόσμος ολόκληρος, το Σύμπαν, αποτελεί το σύνολο των καρπών αέναων ερωτικών πράξεων - έλξεων, συμμίξεων και γεννήσεων - πεποίθηση η οποία ειδωμένη ποιητικά και συμβολικά όχι μόνον δεν διαψεύθηκε αλλά αντίθετα επιβεβαιώθηκε από τη σύγχρονη επιστήμη, τα ογκώδη θεμέλια της οποίας έθεσε ο Ελληνικός Πολιτισμός.
Ως εκ τούτου ο Έρως, ως έννοια και ως πρακτική, ως έκφραση και ως εκδήλωση, ελλοχεύει σε κάθε πτυχή της Ελληνικής Κοσμοαντίληψης και κυριαρχεί σε όλα τα πεδία της Ελληνικής Θρησκείας. Τα πάντα έλκονται δια του Κάλλους και πάντα σμίγουν ηδονικά και γεννούν τους καρπούς των ερώτων τους. Εάν λοιπόν έχουμε κατά νου τη θεμελιώδη σημασία του Έρωτα στη δομή της Ελληνικής Κοσμοαντίληψης, μπορούμε πλέον να προσεγγίσουμε και να κατανοήσουμε οποιαδήποτε επιμέρους έκφραση του αρχαίου Ελληνικού βίου αλλά και να αναγνωρίσουμε τις παραφυάδες εκείνες, οι οποίες, αν και αλλοιωμένες συχνά εκ πρώτης όψεως, εντούτοις διατηρούνται ακόμη διαμέσου των αιώνων και ερήμην των μισελληνικών διώξεων και κατατρεγμών, και αναπαράγονται γεμάτες σφρίγος και νεανικό παλμό. Μια από τις παραφυάδες αυτές, η παλαιότερη κατά την ταπεινή μου γνώμη, η οποία επιβιώνει και αναπαράγεται σε ετήσια βάση είναι η γιορτή του Καρναβαλιού.
Καρναβάλι λοιπόν... Ή «Κάρνα» - «βάλι». Προφανώς είναι μια σύνθετη λέξη. Ποιά είναι όμως η προέλευση των δύο αυτών συνθετικών;
Ας ανοίξουμε τον Όμηρο. Σε πάμπολλους στίχους τόσο της Ιλιάδας όσο και της Οδύσσειας (Θ 306, Π 392, ε 376, θ 92, ι 140, υ 75 κ.α.) συναντάμε τη λέξη «καρ» και τα παράγωγά της. Η λέξη αυτή σημαίνει «κεφάλι» και σύγχρονη επιβίωσή της είναι βεβαίως η «κάρα». Εάν τώρα προσθέσουμε και το ευφωνικό «ν» στην ομηρική λέξη «καρ», φτάνουμε κιόλας στη λέξη «κάρνος». Τι σημαίνει η λέξη αυτή;
Η Ελληνική Μυθολογία μας πληροφορεί ότι ο Κάρνος ήταν κάποιος μάντης του Θεού Απόλλωνα από την Ακαρνανία, τον οποίο σκότωσε ο Ηρακλείδης Ιππότης, ο γιος του Φύλαντος. Οι συγγενείς του Ιππότου μάλιστα αναγκάστηκαν στη συνέχεια να προσφέρουν πλούσιες θυσίες στον Απόλλωνα προκειμένου να εξευμενίσουν την οργή του για τον φόνο του Κάρνου. Ο περιηγητής Παυσανίας αναφέρει τον Κάρνο και ως Κριό (Λακωνικά 13, 4) γεγονός που δεν αφήνει καμιά αμφιβολία ότι η λέξη «κάρνος» σημαίνει «κριός».
Κάρνος ονομαζόταν επίσης κι ένας αρχαιότατος ποιμενικός, κριόμορφος και ιθιφαλλικός Θεός των Πελοποννησίων, προστάτης της γονιμότητας, άγνωστος ίσως σήμερα στους περισσότερους αλλά αντίστοιχος περίπου με τον γνωστότερο Πρίαπο του Ελλησπόντου. Ουσιαστικά δηλαδή ο Κάρνος ήταν ένας γονιμοποιητικός Θεός, τόσο των Λακώνων όσο και των Μεσσηνίων, πριν από την επικράτηση των Δωριεών στη νότια Πελοπόννησο, ενταγμένος στην χορεία των ζωόμορφων θεοτήτων οι οποίες, σύμφωνα με την ιστορία των θρησκειών, προηγήθηκαν των ανθρωπόμορφων.
Από το ουσιαστικοποιημένο επίθετο «Κάρνειος» παράγεται στον πληθυντικό η ονομασία της εορτής «τα Κάρνεια»,(σ.σ διαβάστε το άρθρο μας: Κάρνεια - Η γιορτή των Λακεδαιμόνων προς τιμή του Κάρνειου Απόλλωνα) η οποία κατά τους ιστορικούς χρόνους τελείτο σε όλες τις δωρικές πόλεις προς τιμή του Καρνείου Απόλλωνος. Εορτάζονταν με ιδιαίτερη λαμπρότητα στο Γύθειο, στο Οίτυλο και στα Λεύκτρα της Λακωνίας, στη Καρδαμύλη και στις Φαρές Μεσσηνίας, στην Σικυώνα της Κορινθίας, στο Άργος της Αργολίδος και προπάντων στο Ιερό Άλσος με τα κυπαρίσσια, το λεγόμενο Καρνάσιον ή Καρνειάσιον στη μεσσηνιακή Οιχαλία. Το Άλσος αυτό βρισκόταν δίπλα στην όχθη του ποταμού Χάραδρου και το κοσμούσαν τα περικαλλή αγάλματα του Κριοφόρου Ερμού, της Αγνής (τοπική ονομασία της Περσεφόνης) και του Καρνείου Απόλλωνα (βλ. Παυσανίας Μεσσηνικά 2,2). Οι εορταστές μεταμφιέζονταν όλοι και συμμετείχαν σε μυστήρια παρόμοια με εκείνα της Ελευσίνας, τα οποία κατά την μυθολογική παράδοση ίδρυσε ο Ελευσίνιος Καύκων, ο γιος του Κελαίνου, ενώ κατά το πέρας της γιορτής γινόντουσαν πάνδημα συμπόσια και «πανηγυρισμοί»!
Όσον αφορά την καταγωγή του Καρναβαλιού αρκετοί ανοιχτόμυαλοι ερευνητές, ημεδαποί τε και αλλοδαποί, αρχίζουν να εγκαταλείπουν πλέον στις ημέρες μας τις θεωρίες περί του «χορού του κρέατος» ή της «απόσυρσης του κρέατος», παρεπόμενες της χριστιανικής απόκρεω, και αποδίδουν τη μεγάλη γιορτή της γενικευμένης εαρινής λαϊκής ευωχίας σε εθιμικές επιβιώσεις διονυσιακών τελετών. Οι φίλοι αυτοί, παρόλο που πορεύονται προς τη σωστή κατεύθυνση, τελικά σφάλουν. Διότι το Καρναβάλι είναι μεν επιβίωση αρχαίων Ελληνικών θρησκευτικών γονιμοποιητικών τελετών, όχι όμως των διονυσιακών αλλά των απολλώνιων.
Πάμε τώρα στο δεύτερο συνθετικό της λέξης «Καρναβάλι».
Κατ' αρχήν το επίρρημα «βάλλε» ή «άβαλε» στα αρχαία ελληνικά σημαίνει «είθε» και «μακάρι». Έπειτα, μερικές από τις δεκαπέντε και πλέον σημασίες του ρήματος «βάλλω» έχουν την έννοια του «στρέφω», «σείομαι πέρα δώθε», «ελαύνω», «φορώ», «προκαλώ», «ρίπτομαι» αλλά και... «φωτίζω».
Από εδώ κι έπειτα περνάμε στο ρήμα «βαλλίζω» που σημαίνει «χοροπηδώ», στα ουσιαστικά «βαλλισμός» δηλαδή «πηδηχτός χορός».
Με βάση τα προηγούμενα θα μπορούσαμε λοιπόν να συμπεράνουμε ότι:
Μια έκφραση του τύπου «καρνάβαλε», θα μπορούσε να σημαίνει «είθε Θεέ Κάρνε» να εκπληρώσει τις γονικοποιητικές μας προσδοκίες για την αύξηση των γεννημάτων μας.
Μια έκφραση του τύπου «καρναβάλλω» θα μπορούσε να σημαίνει «στρέφομαι ή σείομαι πέρα δώθε», κατά την διάρκεια της σχετικής εορτής, πρός τιμή του Θεού Κάρνου ή του Καρνείου Απόλλωνα.
Μια έκφραση του τύπου «καρναβαλίζω» θα μπορούσε να σημαίνει ότι «χοροπηδώ» στο πανηγύρι του Κάρνου, φορώντας τα κέρατα του Θεού ή το κριόμορφο προσωπείο του.
Αποσπάσματα από τo βιβλίο:
Μάριος Βερέττας, Καρναβάλι, η αρχαιότερη Ελληνική γιορτή,
εκδόσεις Μάριος Βερέττας (ISBN 960-7756-50-9)
πηγή
ΕΝΑ ΜΠΡΑΒΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΡΚΕΤΟ ΝΟΜΙΖΩ!!!!ΣΥΝΕΧΙΖΕ....
ΑπάντησηΔιαγραφήΚΑΡΝΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΞΥΛΟ ΠΟΥ ΕΦΤΙΑΧΝΑΝ ΤΑ ΠΛΟΙΑ. ΕΞΟΥ ΚΑΙ ΚΑΡΝΑΓΙΟ. ΒΑΑΛ ΕΙΝΑΙ Ο ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΚΡΟΝΟΣ ΟΠΩΣ ΤΟΝ ΑΠΟΚΑΛΟΥΣΑΝ ΟΙ ΛΑΟΙ ΤΗΣ ΜΕΣΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ. ΕΙΝΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙ Η ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΓΙΟΡΤΗ ΤΟΝ ΕΛΛΗΝΩΝ .ΜΑΛΙΣΤΑ ΕΙΝΑΙ ΕΘΝΙΚΙΣΤΗΚΗ ΓΙΟΡΤΗ,ΓΙΑ ΝΑ ΘΥΜΟΥΝΤΑΙ ΟΛΟΙ ΟΤΙ ΟΤΙ ΕΙΝΑΙ ΜΕΝ ΚΑΛΟΣ Ο ΠΟΛΛΥΠΟΛΗΤΙΣΜΟΣ , ΣΑΝ ΑΡΧΗ ΑΛΛΑ ΠΑΝΤΑ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΙΜΕ ΤΟΝ ΒΑΣΙΛΙΑ ΚΑΡΝΑΒΑΛΛΟ.ΓΙΑΥΤΟ ΗΤΑΝ ΠΑΝΤΑ ΞΥΛΙΝΟΣ ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΑΙΝΕ (ΣΥΝΗΘΩΣ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ) ΣΤΑ ΛΙΜΑΝΙΑ
ΑπάντησηΔιαγραφήΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ είσαι μία "όαση γνώσης" μέσα στη σημερινή λαίλαπα της προπαγάνδας, της μισαλλοδοξίας, και του ανθελληνισμού. Σ' ευχαριστούμε απ' τα μύχια της ψυχής μας!
ΑπάντησηΔιαγραφήΣε ευχαριστούμε φίλε. Να 'σαι καλά.
ΑπάντησηΔιαγραφήΘα ήθελα να προσθέσω και μια άλλη παρεμφερή εκδοχή για την ονομασία "Καρνάβαλος".
ΑπάντησηΔιαγραφήΣίγουρα η λέξη προέρχεται απο το Κάρνος αλλά πιστεύω με την σημασία του ως Κέρας (κέρατο) απο το Κάρα+άνω (αυτό που βρίσκεται άνωθεν της κάρας) και που πέρασε μέσω της λατινικής και στις άλλες γλώσσες ως Corno, Horn, κλπ.
Το δεύτερο συνθετικό όμως πιστεύω οτι προέρχεται απο το ομηρικό "Βαλιός" = στικτός (παρδαλός) όπως το βρήκα στο Ομηρικό λεξικό Ι. Πανταζίδου και αναφέρεται στο γεμάτο στίγματα δέρμα των ζώων (βαλιός ίππος). Μάλιστα αναφέρεται ότι μέχρι και σήμερα (την εποχή της έκδοσης) οι χωρικοί τα άλογα που είχαν στίγματα τα ονόμαζαν Βάλιους (με μετάθεση του τόνου).
Καθώς είναι αυτονόητο οτι ήταν γιορτές γονιμότητας οι συμμετέχοντες φορούσαν κέρατα και στικτά δέρματα ζώων για να αναπαραστήσουν και να προκαταβάλουν τον οίστρο των ζώων σαν μια μορφή θετικής σκέψης και προσευχής για την προσδοκόμενη κυοφορία/καρποφορία.
Επι πλέον η πλήρης απελευθέρωση των ζωωδών ενστίκτων (για να συνταυτιστεί η τελετουργική δραστηριότητα με το πολλαπλό ζευγάρωμα των ζώων) είχε σαν κατάληξη των εορταστικών τελετών τα γνωστά μας όργια.
Αρα καρνα-βαλιός θα μπορούσε να είναι ο κερασφόρος ενδεδυμένος με δορές, στικτές απο μόνες τους ή και διαφόρων αποχρώσεων πρόχειρα ραμμένες μεταξύ τους. Ενα είδος πάτσγουορκ όπως θα το ονομάζαμε στην εποχή μας.
Γιάννης Χ.
Υ.Γ. Μόλις χθές βράδυ στην πόλη μου ενα μπουλούκι μεταμφιεσμένων περνούσε στους δρόμους με τα γνωστά κουδούνια και τυλιγμένοι με διαφόρων αποχρώσεων δέρματα ζώων.
Ενας είχε κέρατα κρεμασμένα στο στήθος. Φαντάζομαι οτι αν είχε τρόπο να τα στερεώσει στο κεφάλι θα το έκανε.
Καταπληκτική η δουλειά που κάνετε.
ΑπάντησηΔιαγραφήΑναδημοσίευσα στο blog μου yaunatakabara.blogspot.com το παραπάνω άρθρο.
Καλή συνέχεια, καλή επιτυχία, καλές Αποκριές.
Ονομάστηκε έτσι, επειδή τη περίοδο αυτή, συνηθίζεται να μην τρώνε κρέας οι Χριστιανοί, δηλαδή «να απέχουν από κρέας». Λέγεται επίσης απόκριες, Απόκρεω, της Τυροφάγου, γιατί την εβδομάδα αυτή τρώνε μόνο γαλακτοκομικά και όχι κρέας, για να προετοιμαστούν σιγά - σιγά για τη νηστεία της Σαρακοστής. Ανάλογη με την ελληνική λέξη Αποκριά είναι και η λατινική λέξη Καρναβάλι (Carneval, carnavale, από τις λέξεις<Carne=κρέας και Vale=περνάει)
ΑπάντησηΔιαγραφή